Παρά το ότι τα γύρωθεν αλλά και τα ανά την υφήλιο τεκταινόμενα και επιμένω στο χαρακτηρισμό, γιατί μόνο με σκοπιμότητα και δόλο γίνονται όσα διαδραματίζονται στις μέρες μας, με ανησυχούν αλλά και πανικοβάλλουν, δε γίνεται μέρες που είναι να μη θυμάμαι "χρυσές εποχές"
Τώρα ακριβώς όσο ποτέ άλλοτε είναι που θέλω να θυμάμαι άλλα χρόνια, πιο δύσκολα από ότι μέχρι και "χθές" είχαμε συνηθίσει και που εγώ τα λέω "Χρυσές εποχές"
Και ξέρεις γιατί; Γιατί τότε ο κόσμος χαμογελούσε ανενδοίαστα, αγαπούσε ανιδιοτελώς, ζούσε και χαιρόταν αυτά που είχε και επί πλέον του περίσσευε και το δικαίωμα να ονειρεύεται το καλύτερο "αύριο" των παιδιών του, σε σύγκριση με την παρούσα φάση όπου μοναδική μας έγνοια είναι το αβέβαιο μέλλον των δικών μας παιδιών.
Εθυμήθηκα κι' εγώ
στης ακρίβειας τον καιρό
μασκαράτες στο Ανάπλι
στον Ισθμό στο Καλαμάκι
Κάτι Καθαρο-Δευτέρες
γλέντια βόλτες ως την Κάντια
με χαρές κι' αγάπη πάντα
Αυτές λοιπόν τις εποχές που ευτυχώς πρόλαβα στο τέλος τους, εθυμήθηκα κι' εγώ προχθές σε ένα από τα καθημερινά μας τηλεφωνήματα με τον 85χρονο πατέρα μου. Εκείνα δηλαδή τα αποκριάτικα διήμερα (τότε τα Σάββατα ήταν εργάσιμες ημέρες) που περνούσαμε σε συγγενείς στο Καλαμάκι του Ισθμού Κορινθίας.
Μια παραλία με 10-15 σπίτια ήταν όλο κι' όλο το χωριό και οι συγγενείς ευγενικοί και πρόσχαροι άνθρωποι, ακούραστοι να φιλοξενούν συγγενείς από Αθήνα και Ναύπλιο και συν τοις άλλοις να διοργανώνουν και μασκέ γλέντι, με ό,τι ρούχα έβγαζαν από ντουλάπες και μπαούλα.
Πού είναι βρε πατέρα μου, , εκείνα τα χαμόγελα, οι αγκαλιές και το κέφι, σε σύγκριση με τη σημερινή εποχή που αν μας προκύψει επισκέπτης βγαίνουμε λέμε από το πρόγραμμά μας;
Θυμάσαι; μου απάντησε, άνθρωποι του μεροκάματου και έβγαιναν από τα κρεββάτια τους για να μας περιποιηθούν.
Κι' εκείνα τα γλέντια πού τα βάζεις;
Στης ακρί-, άιντε βρε...
ούτε Μ'λαρ...ούτε Νικολάκαινα...
΄Αει στο καλό "... βρε αδερφέ απόκριες είναι..."
...στης ακρίβειας τον καιρό
Στης ακρίβειας το καιρό επαντρεύτηκα κι εγώ
Και μου δώ-, άιντε βρε και μου δώσαν μια γυναίκα
Και μου δώσαν μια γυναίκα που 'τρωγε για πέντε δέκα
Πρώτο βρά-, άιντε βρε, πρώτο βράδυ που την πήρα
Πρώτο βράδυ που την πήρα έφαγε μια προβατίνα
Και το δέ-, άιντε βρε, και το δεύτερο το βράδυ
Και το δεύτερο το βράδυ προβατίνα και γελάδι
Βρε γυναί-, άιντε βρε, βρε γυναίκα 'κονομία
Βρε γυναίκα, 'κονομία, τώρα που 'ναι δυστυχία
Άντρα μου άιντε βρε, άντρα μου θέλω φουστάνι
Άντρα μου θέλω φουστάνι, γύρω-γύρω με γαϊτάνι
Άντρα μου, άιντε βρε, άντρα μου θέλω καπέλο
Άντρα μου θέλω καπέλο γύρω-γύρω με το βέλο
Άντρα μου, άιντε βρε, άντρα μου θέλω γοβάκια
Άντρα μου θέλω γοβάκια, γύρω-γύρω με φιογκάκια
Άντρα μου, άιντε βρε, άντρα μου θέλω βρακί
Άντρα μου θέλω βρακί, γύρω-γύρω με γαζί
΄Αντρα μου, άιντε βρε, άντρα μου θέλω γοβάκια
' Αντρα μου θέλω γοβάκια γύρω-γύρω με φιογκάκια
Και αρπά- άιντε βρε και αρπάζω ένα ξύλο
Και αρπάζω ένα ξύλο και τη φέρνω γύρω-γύρω...
Την Καθαρή Δευτέρα λοιπόν, έπαιρναν τα φαγώσιμα και φεύγαμε από την παραλία για να περάσουμε την ημέρα σε μια πλαγιά που βρίσκεται δεξιά πριν τον Ισθμό. ΄Εψηναν σε αυτοσχέδιες ψησταριές ανάμεσα στις πέτρες, θαλασσινά που είχαν μόνοι τους ψαρέψει. Γέλια, χωρατά και αστεία με θέα την παραλία του Καλαμακίου και γυρίζαμε το απομεσήμερο στο σπίτι για καφεδάκι οι μεγάλοι θυμάμαι και σπιτικά γλυκά εμείς τα μικρά, μέχρι την ώρα της επιστροφής άλλοι για Αθήνα και άλλοι για Ναύπλιο.
Λες, όπως μας τα έφτιαξαν, να ξαναθυμηθούμε τις παλιές καλές συνήθειες και να ανταμώνουμε με τους συγγενείς συχνότερα;

