Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φραγκοράφτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φραγκοράφτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010

Παιδικά ακούσματα...







΄Οπου γάμος και χαρά...
κι' η Ελένη πρώτη...


Nα μη χάσει στιγμιότυπο, χαιρετούρα και μπουμπουνιέρα...


Χειμώνα καλοκαίρι με το ίδιο μισοφθαρμένο σκουρόχρωμο ημίπαλτο. Τα λευκά της μαλλιά στερεωμένα σε ένα κοτσάκι ψηλά στον αυχένα. Η έκφραση του προσώπου της έπαιζε μεταξύ αυστηρού και θυμωμένου.
Με τις δύο κάθετες ρυτίδες έντονα χαραγμένες ανάμεσα στα παχιά της φρύδια για ό,τι τη χόλωνε.
Και ...ήταν πολλά αυτά που μπορούσαν να της προκαλέσουν θυμό και οργή, μιας και υπήρχαν μερικοί που δεν την άφηναν σε χλωρό κλαρί τη δόλια.

ένα ήρεμο, καλοπροαίρετο και με γερή δόση συστολής χαμόγελο, για ό,τι της έδινε χαρά και της ήταν οικείο. ΄Ενα χαμόγελο που αφελώς επέτρεπε να φαίνεται το κενό από τα δυο δόντια που της έλειπαν...

΄Εμενε μόνη σε ένα ψηλό παλαιό αρχοντικό προδομένο από το χρόνο και την αφροντισιά, στο αδιέξοδο ενός δρομίσκου, που ήταν απλά μια εσοχή της στενόμακρης Σταϊκοπούλου,..




(εικόνα kitsosmitsos)




...η οποία από μαγαζιά τότε είχε μόνο ένα φούρνο (αχ... και πώς μύριζαν τα ψωμιά και τα ζυμάρια...) και ψηλά ένα "Οινομαγειρείον".
Τώρα ..χάνεσαι από τα ταβερνάκια και τις καρέκλες έξω...






"ΡΑΦΕΙΟΝ"
έγραφε η επιγραφή έξω από το μαγαζί του πληθωρικού ομορφάντρα Ανδρέα.
Στο λαιμό του είχε μόνιμα κρεμασμένη τη μεζούρα του και ...απαραίτητο εξάρτημα για την τεχνική του "φραγκοράφτη".





(εικόνα)



Τον θυμάμαι όρθιο και μπροστά στον ξύλινο πάγκο του να μετρά και να σημειώνει πάνω από τα απλωμένα κασμήρια. Να σημαδεύει με το "σαπουνάκι"  και να τραβάει γραμμές στα χνάρια του πατρόν. Να κόβει με τη βαριά ψαλίδα του και να ακούγεται το υπόκωφο και βαρύ βογγητό του ξύλινου πάγκου με το ψαλίδισμα. Να ράβει όχι μόνο η φραγκοραφτάδικη μηχανή του αλλά και η γλώσσα του, που φρένο τί θα πει δε γνώριζε...

Κάθε φορά που ήθελε διάλειμμα να κάνει από την ορθοστασία μπροστά στον πάγκο ή το σκύψιμο πάνω από τα γαζιά, έβγαινε στην πόρτα του μαγαζιού του κραδαίνοντας με το αριστερό του χέρι την ασήκωτη ψαλίδα. Με το δεξί του χέρι χτυπούσε το επάνω μέρος του μηρού του ψηλά προς το γλουτό και φώναζε κοιτώντας προς το στενό δρομάκι:

"Ελενίτσαααα...τί είναι αυτόοοοοο;
"Στο διάααααλο...στο διάαααααλο...στο διάαααααααλοοοοοοο"
, ακουγόταν η μπάσα φωνή της Ελένης από την εσοχή του δρόμου, όλο θυμό αλλά και μια υποψία παράπονου.



Τα χρόνια πέρασαν, η Ελενίτσα "έφυγε" ... και το σπίτι της έμεινε για χρόνια κλειδαμπαρωμένο.
΄Οταν το άνοιξαν ακούστηκε πως βρήκαν μπαούλα γεμάτα με μπουμπουνιέρες...