Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Δεν ήτο μία…






Μεταξ τν πολλν δημωδν τύπων, τος ποίους θ χωσι ν κμεταλλευθσιν ομέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπ κατέχει θέσιν κακ πενθερά, ς κα κακ μητρυιά. Περ μητρυις λλωστε θ ποπειραθ ν διαλάβω τινά, πρς ποικοδόμησιν τν ναγνωστν μου. Περ μις κακς πενθερς σήμερον λόγος.
Ες τί πταιεν τυχς νέα Διαλεχτή, οτως νομάζετο, θυγάτηρ το Κασσανδρέως
μπάρμπα Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατ τν λληνικν πανάστασιν ες μίαν τν νήσων το Αγαίου; Ες τί πταιεν ν το στείρα κα τεκνος; Εχε νυμφευθ πρπταετίας, κτοτε δς μετέβη ες τ λουτρ τς Αδηψο, πεντάκις τς δωκαν ν πίη διάφορα τελεσιουργ βότανα, ες μάτην, γ μενεν γονος. Δυ τρες γύφτισσαι τς δωκαν ν φορέση περίαπτα θαυματουργ περ τς μασχάλας, επούσαι ατ, τι τοτο το τ μόνον μέσον, πως γεννήσ, κα μάλιστα υόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τ δώρησεν γιασμένον κομβολόγιον, επν ατ ν τ βαπτίζ κα νπίν τ δωρ. Τ πάντα μάταια.
π τέλους μ τν πελπισίαν λθε κα νάπαυσις τς συνειδήσεως, κα δν νόμιζεν αυτν νοχον. Τ ατ μως δν φρόνει κα γραα Καντάκαινα,
πενθερά της, τις πέρριπτεν ες τν νύμφην ατς τ σφάλμα τς μ ποκτήσεως γγόνου δι τ γρας της.
Εναι ληθές, τι σύζυγος τς Διαλεχτς το τ μόνον τέκνον τς γραίας ταύτης, κα οτος δ συνεμερίζετο τν πρόληψιν τς μητρός του ναντίον τς συμβίας ατο.
ν δν τ γένν σύζυγός του, γενε χάνετο. Περίεργον, δέ, τι πς λλην τς ποχς μας ερώτατον θεωρε χρέος κα περτάτην νάγκην τν διαιώνισιν τογένους του.
κάστοτε, σάκις υός της πέστρεφεν κ το ταξιδίου του, διότι εχε βρατσέραν, κα το τολμηρότατος ες τν κτοπλοΐαν, γραα Καντάκαινα ρχετο ες
προϋπάντησιν ατο, τν δήγει ες τν οκίσκον της, τν διάβαζε, τν κατήχει, το βαζε μαναφούκια, κα οτω τν προέπεμπε παρ τ γυναικ ατο. Κα δνλεγε τ λαττώματά της, λλ τ αγάτιζε, δν το μόνο «μαρμάρα», τουτέστι στείρα νύμφη της, τοτο δν ρκει, λλ᾿ το παστρη, πασσάλωτη, ξετσίπωτη κλπ.λα τ εχεν, « ποίσα, δείξα, κληρη».
*
* *
καπετν Καντάκης, φλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τ κουεν λα ατά,
φαντασία του φούσκωνεν, ξερχόμενος ετα συνήντα τος συναδέλφους του ναυτικούς, ρχιζαν τ καλς ρισες, καλς σς ηρα, πινεν πτ κτ ρώμια, κα μ τριπλν σκοτοδίνην, τν κ τς θαλάσσης, τν κ τς γυναικείας διαβολς κατν κ τν ποτν, εσήρχετο οκαδε κα βάρβαροι σκηνα συνέβαινον τότε μεταξατο κα τς συζύγου του.
Οτως εχον τ πράγματα μέχρι τς παραμονς τν Χριστουγέννων το τους 186... καπετν Καντάκης πρ πέντε μερν εχε πλεύσει μ τν βρατσέραν του ες τν πέναντι νσον μ φορτίον μνν κα ρίφων, κα λπιζεν, τι θ ώρταζε τΧριστούγεννα ες τν οκίαν του. λλ τν λογαριασμν τν καμνεν νευ τοξενοδόχου, δηλ. νευ το Βορρ, στις φύσησεν αφνιδίως γριος κα κλεισαν λα τ πλοα ες τος ρμους, που ερέθησαν. Επομεν μως, τι καπετν Καντάκης το τολμηρς περ τν κτοπλοΐαν. Περ τν σπέραν τς παραμονς τν Χριστουγέννων νεμος μετριάσθη λίγον, λλ᾿ οχ ττον ξηκολούθει ν πνέ. Τμεσονύκτιον πάλιν δυνάμωσε.
Τινς ναυτικο ν τ γορ στοιχημάτιζον, τι, φο κατέπεσεν Βορρς, καπετν Καντάκης θ φθανε περ τ μεσονύκτιον. σύζυγός του μως δν το κεν τος κούση κα δν τν περίμενεν. Ατη δέχθη μόνο περ τν σπέραν τν πίσκεψιν τς πενθερς της, συνήθως φιλόφρονος κα μηδιώσης, τις τ εχήθ τπαραίτητον «καλ δέξιμο», κα δι χιλιοστν φορ τ στερεότυπον «μ᾿ ναν καλγυιό».
Κα ο μόνον, τοτο, λλ τ προσέφερε κα ν χριστόψωμον.

(Το …άνευ δηλητηρίου Χριστόψωμο έργο των χειρών μου)

- Τ ζύμωσα μοναχή μου, επεν θει Καντάκαινα, μ γει ν τ φς.
- Θ τ φυλάξω ς τ Φτα, δι ν᾿ γιασθ, παρετήρησεν νύμφη.
- χι, χι, επε μετ᾿ λλοκότου σπουδς γραα, τ δικό της φυλάει κάθε μινοικοκυρ δι τ Φτα, τ πεσκέσι τρώγεται.
- Καλά, πήντησεν ρέμα Διαλεχτή, το λόγου σου ξέρεις καλλίτερα.
Διαλεχτ το γαθωτάτης ψυχς νέα, οδέποτε δύνατο ν φαντασθ νποπτεύσ κακό τι.
«Πς τπαθε πεθερά μου κα μο φερε χριστόψωμο», επε μόνον καθ᾿ αυτήν, κα φο πλθεν γραα κλείσθη ες τν οκίαν της κα κοιμήθη μετ τίνος δεκαετος παιδίσκης γειτονοπούλας, τις τ κανε συντροφίαν, σάκις λειπεν σύζυγός της. Διαλεχτ κοιμήθη πολ νωρίς, διότι σκοπν εχε ν πάγ ες τν κκλησίαν περ τ μεσονύκτιον. νας δ το γίου Νικολάου μόλις πεχε πεντήκοντα βήματα π τς οκίας της.
Περ τ μεσονύκτιον σήμαναν παρατεταμένως ο κώδωνες. Διαλεχτ γέρθη, νεδύθη κα πλθεν ες τν κκλησίαν. παρακοιμωμένη ατ κόρη το συμπεφωνημένον, τι μόνον μέχρι ο σημάνη ρθρος θ μενε μετ᾿ ατς, θεν φυπνίσασα ατν τν δήγησε πλησίον τν δελφν της. Α δυ οκίαι χωρίζοντο δι τοίχου κοινο.
Διαλεχτ νλθεν ες τν γυναικωνίτην το ναο, λλ μόλις παρλθεν μίσεια ρα κα γυνή τις πτωχ κα χωλ δυστυχής, τις πηρέτει ς νεωκόρος τς κκλησίας, λθοσα τ λέγει ες τ ος.
- Δόσε μου τ κλειδί, λθε ντρας σου.
- ντρας μου! νεφώνησεν Διαλεχτ κπληκτος.
Κα ντ ν δώσ τ κλειδ σπευσε ν καταβ δία.
λθοσα ες τν κλίμακα τς οκίας, βλέπει τν σύζυγόν της κατάβρεκτον,ποστάζοντα δωρ κα φρόν.
- Εμαι μισοπνιγμένος, επε μορμυρίζων οτος, λλ δν εναι τίποτε. ντ ν τρίξωμε ξω, τ καθίσαμε στ ρηχά.
- Πέσατε ξω; νέκραξεν Διαλεχτή.
- χι, δν εναι σο λέω τίποτε. βρατσέρα εναι σίγουρη, μ δυ γκουρες ραγμένη κα καθισμένη.
- Θέλεις ν᾿ νάψω φωτιά;
- ναψε κα δόσε μου ν᾿ λλάξω.
Διαλεχτ ξήγαγε κ το κιβωτίου νδύματα δι τν σύζυγόν της κα ναψε πρ.
- Θέλεις κανένα ζεστό;
- Δν μ᾿ φελε μένα τ ζεστό, επεν καπετν Καντάκης. Κρασ ν βγάλς.
Διαλεχτ ξήγαγεν κ το βαρελίου ονον.
- Πς δν φρόντισες ν μαγειρεύσς τίποτε; επε γογγύζων ναυτικός.
- Δν σ᾿ περίμενα πόψε, πήντησε μετ ταπεινότητος Διαλεχτή. Κρέας πρα. Θέλεις ν σο ψήσω πριζόλα;
- Βάλε, στ κάρβουνα, κα πήγαινε σ στν κκλησιά σου, επεν καπετν Καντάκης. Θ λθω κι γ σ λίγο.
Διαλεχτ θεσε τ κρέας π τς νθρακις, τις σχηματίσθη δη, κα τοιμάζετο ν πακούσ ες τν διαταγν το συζύγου της, τις το κα δική της πιθυμία, διότι θελε ν κοινωνήσ. Σημειωτέον τι τν φράσιν «πήγαινε σ στν κκλησιά σου» βαψεν Καντάκης δι στρυφνς χροις.
- μάννα μου δ θ τμαθε βέβαια τι λθα, παρετήρησεν αθις Καντάκης.
- κείνη εναι στν νορία της, πήντησεν Διαλεχτή. Θέλεις ν τς παραγγείλω;
- Παράγγειλέ της ν λθ τ πρωί.
Διαλεχτ ξλθεν. Καντάκης τν νεκάλεσεν αφνης.
- Μ τώρα εναι τρόπος ν πς σ στν κκλησιά, κα ν μ φήσεις μόνον;
- Ν μεταλάβω κι ρχομαι, πήντησεν γυνή.
Καντάκης δν τόλμησε ν᾿ ντείπ τι, διότι πάντησις θ το βλασφημία. Οχ ττον μως τν βλασφημίαν νδιαθέτως τν πρόφερεν.
Διαλεχτ φρόντισε ν στείλη γγελιοφόρον πρς τν πενθεράν της, να δωδεκαετ παδα τς ατς κείνης γειτονικς οκογενείας, ς θυγάτηρ κοιμήθη φ᾿ σπέρας πλησίον της, κα πέστρεψεν ες τν ναόν.
Καντάκης, στις πείνα τρομερά, ρχισε ν καταβροχθίζ τν πριζόλαν. Καθήμενος κλαδν παρ τν στίαν, βαρύνετο ν σηκωθ κα ν᾿ νοίξη τ ρμάρι δι ν λάβη ρτον, λλ᾿ ριστερόθεν ατο περάνω τς στίας π μικροσανιδώματος ερίσκετο τ Χριστόψωμον κενο, τ δρον τς μητρός του πρς τν νύμφην ατς. Τ φθασε κα τ φαγεν λόκληρον σχεδν μετ το πτο κρέατος.
* * *
Περ τν αγήν, Διαλεχτ πέστρεψεν κ το ναο, λλ᾿ ερε τν πενθεράν της περιβάλλουσαν δι τς λένης τ μέτωπον το υο ατς κα γοερς θρηνοσαν.
λθοσα ατη πρ λίγων στιγμν τν ερε κοκκαλωμένον κα πνουν. πάρασα τος φθαλμούς, παρετήρησε τν πουσίαν το Χριστοψώμου π το σανιδώματος τς στίας, κα μέσως νόησε τ πάντα. Καντάκης φαγε τ φαρμακωμένο χριστόψωμο, τ ποον γραα στρίγλα εχε παρασκευάσει δι τν νύμφην της.
ατρο πιστήμονες δν πρχον ν τ μικρ νήσ· οδεμία νεκροψία νεργήθη. νομίσθη, τι θάνατος προλθεν κ παγώματος συνεπεί το ναυαγίου. Μόνη γραα Καντάκαινα ξευρε τ ατιον το θανάτου. Σημειωτέον, τι γραα, συναισθανθεσα κα ατ τ γκλημά της, δν μέμφθη τν νύμφην της. λλτοναντίον τν περήσπισε κατ τς κακολογίας λλων.
Ἐὰν ζησε κα λλα κατόπιν Χριστούγεννα, στοργος πενθερ κα κουσία παιδοκτόνος, δ θ το πολ ετυχς ες τ γρας της.
(φ. «φημερίς», 26 το Δεκέμβρη 1887).


Επιλογή από: «Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα»



«Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι, κατά τον Άγρα, “η τελευταία άνθηση της καθαρεύουσας στα ελληνικά γράμματα”. Θησαυρισμένη από “απανωτά στρώματα παιδείας” (κατά τον Ελύτη) —τον Όμηρο και τους αρχαίους συγγραφείς, τα Ιερά Γράμματα, τους Πατέρες και τους υμνογράφους της Εκκλησίας, το δημοτικό τραγούδι— και δοκιμασμένη στη μετάφραση Ευρωπαίων κλασικών, του δίνει τη δυνατότητα να ακριβολογεί και να κυριολεκτεί, γιατί πολύ απεχθανόταν “χυδαίαν ακυριολεξίαν γυναίων τινών του αθηναϊκού όχλου”. Ο λεξιλογικός του πλούτος του επιτρέπει να επιλέγει κάθε φορά την καταλληλότερη λέξη. [...] Την ακριβολογία του επίσης εξυπηρετεί, και μαζί μ’ αυτήν και την αληθοφάνεια και την πειστικότητα των ιστοριών του, και η βαθιά γνώση του φυσικού λαϊκού προφορικού λόγου, όπως φανερώνεται στην αποτύπωση των διαλόγων, τη σχεδόν φωνογραφική, με τον επιτονισμό, τις παύσεις και τους δισταγμούς τους [...], στην υιοθέτηση της “οικείας φράσης” των αφηγητών [...], στη χρήση σκιαθίτικων ιδιωματισμών [...], στη φυσική, τέλος, ενσωμάτωση της ιδιολέκτου της εργασίας».

(Πολίτου-Μαρμαρινού Ελ., 1997, «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές ως τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, Αθήνα: Σοκόλης, τόμος ΣΤ΄, σελ. 135-136)