΄Οταν το κινηματογραφικό έργο τελείωνε, περνούσαμε για κέρασμα σε ένα από τα καφενεία της πλατείας. Υποβρύχιο
ή κεράσι γλυκό του κουταλιού
και η απόλαυση του κάθε πιτσιρικιού...Και ύστερα παίρναμε το δρόμο της επιστροφής σε μια διαδρομή ανάμεσα από αμπέλια με σταφίδες.
Τις ασέληνες νύχτες οι πυγολαμπίδες(**) στην άκρη του χωματόδρομου με το ατέρμονο πήγαιν' έλα τους, βοηθούσαν ώστε να ξεχωρίζει η γράνα (*).Μαύρο σκοτάδι παντού και τα μικρά αγριευόμασταν, γι' αυτό ένας από τους μεγάλους κρατούσε ένα φακό ....κλεφτοφάναρο. Πολυτέλεια ο παραπανίσιος... "Φως δεν είχε...
Νερό της ΟΥΛΕΝ δεν είχε...
Βρύσες δεν είχε...
Μπανιέρα δεν είχε...
Ανέσεις δεν είχε...
Γιατί εγώ, τότε, παιδί της πόλης και καλομαθημένο, να πρέπει να πηγαίνω κάθε Αύγουστο με Σεπτέμβριο στο "χτήμα", στο χωριό του πατέρα μου;

΄Επρεπε δηλαδή, να
αφήσω το πανέμορφο ... τ' Αναπλάκι μου (18/4/07 "Σαν παληό σινεμά") και να απομονωθώ, χωρίς ανέσεις και παρέες στη μέση του πουθενά. Σ' ένα αμπελώνα ατελείωτο, λίγο πιο έξω απ' το χωριό, κάτω εκεί, που φέτος το καλοκαίρι κάποιοι αποφάσισαν να .....αλλάξουν το γεωφυσικό χάρτη της περιοχής.... και όπου τα καλοκαίρια μεταφέρονταν οι θείοι μου για τον τρύγο, το μάζεμα δηλαδή των σταφυλιών.Ατέλειωτες εκτάσεις με αμπέλια, να χάνεται το μάτι στο
τέλος του ορίζοντα, εκεί όπου έσμιγαν τα κλήματα με τον ουρανό.
Και στη μέση ένα δωματιάκι 3Χ3 με χαγιάτι. Οι μισοί κοιμούνταν έξω κι' εμείς τα παιδιά με τη γιαγιά μέσα.Δεν άκουγες φωνή ανθρώπου πέρα από των ενοίκων της....χασιέντας (η γιαγιά μου και μάνα του πατέρα μου και η αδελφή του με τον άνδρα της και τα δυο παιδιά της.Μακριά στο βάθος μοναχά, όταν περνούσε το "αστικό" από τον κεντρικό χωματόδρομο που οδηγούσε στο χωριό και σήκωνε πίσω του σύννεφα σκόνης, αισθανόσουν πως ...κάτι κινείται.
΄Ενα πηγάδι πέτρινο χτιστό, που πέρα από το δροσερό νερό του, αααα, η αλήθεια να λέγεται...., έκανε και χρέη ψυγείου. Πώς διατηρούμε σήμερα τα φρούτα μας στη συντήρηση; Εκεί μέσα, αφού προηγούμένως είχαν πλύνει το τεράστιο καρπούζι και τα σταφύλια, τα έβαζαν μέσα στο σούγλο, (ένα λαμαρινένιο κουβά με σκοινί), που από νωρίς το πρωϊ βύθιζαν στο πηγάδι για να έχουμε δροσερά φρούτα το μεσημέρι μετά το φαγητό.
Και ναι, θα τ
ην ξαναπώ ....τη μαύρη αλήθεια, ήταν πολύ δροσερά, τύφλα να 'χουν τα δημερινά δίπορτά μας... Το "φουρναδιό", το χτιστό, χωριάτικο φούρνο, όπου έψηναν φαγητά και ψωμί πάνω σε κληματόβεργες...άλλη γεύση εκείνη, βρε παιδί μου... κι' ύστερα λέμε πως τρώμε σήμερα....
Και ο γερο-πλάτανος ψηλός, δασύφυλλος, πλατύφυλλος, λεβέντης και αγέρωχος, που έκανε χρέη παιδικής χαράς.
Περνούσε ο θείος ένα μεγάλο σκοινί από κάποια διακλάδωση του κορμού του, έβαζε ένα σανίδι για κάθισμα, ένα τσουβάλι για μαξιλάρι και...έτοιμη η κούνια μας
Τα βράδια, μαζεμένοι όλοι γύρω από το τραπέζι με τη μεγάλη λάμπα, για φαγητό, κουβεντούλα και νωρίς για ύπνο, γιατί από πολύ πρωϊ επικρατούσε ένας μικρός πανικός.
"Θέρος τρύγος, πόλεμος"!
Εργάτες με καλάθια πηγαινοέρχονταν μέσα στα κτήματα. γεμάτα με σταφύλια που άπλωναν στ' αλώνια για να ξεραθούν και να γίνουν σταφίδες. Και τα γύριζαν ύστερα από μερικές ημέρες με κάτι έργαλεία σαν χτένια για να λιάζονται απ' όλες τις πλευρές, τις τσουγκράνες.

Κι' έτσι και άρχιζε να συννεφιάζει ή να μπουμπουνίζει σήμαινε συναγερμός. Από ένα σταφιδόπανο στην κάθε μασχάλη, μεσ' την άγρια νύχτα πολλές φορές θυμάμαι και έτρεχαν πανικόβλητοι για να σκεπάσουν τις σταφίδες.
Πάθαιναν οι άνθρωποι και ζημιές, όποτε πηγαίναμε. ΄Εχαναν τα μικρά τους κλωσόπουλα...
Αλεπούδες δεν είχε η περιοχή...
Ανακάλυψαν όμως μια μικρή ....."νυφίτσα", που τα πήγαινε λέει ....βόλτα, ανασήκωνε την ποδιά της, τα έκλεινε στοργικά μέσα... και τα σεργιάνιζε με τις ώρες..... Ασφυκτιούσαν τα φουκαριάρικα, παρέδιδαν το πνεύμα και η μικρή νυφίτσα τιμή και δόξη, τα ενταφίαζε ευλαβικά ... Αυτά έκανε η αφεντιά μου....
Εγώ εκεί, από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου, δεν ήθελα να πηγαίνω. Και τί δε θα 'δινα όμως τώρα, για να ξαναζήσω έστω για ένα 24ωρο όλη εκείνη την ομορφιά, που πέρασαν πολλά χρόνια για να εκτιμήσω.
Να πιώ βυσσινάδα με καλαμάκι από φυσικό υλικό. που ήταν απλά ο μίσχος από τα ξερά στάχυα των σταριών ...οικολογικό θα το λέγαμε σήμερα...
Να κοιμηθώ κάτω από τον πλάτανο και να μου χαϊδεύει τ' αυτιά το θρόϊσμα της πλούσιας φυλλωσιάς του.
Να πιάσω νερό από το πηγάδι...Να πάω στο διπλανό χτήμα για τζίτζιφα...Να μείνω ένα βράδυ με το φως της λάμπας και τα τρυζόνια συντροφιά...Να ξαναπερπατήσω βράδυ, κάτω απ' το φως του φεγγαριού στο "στρατόνι", που δεξιά κι' αριστερά φωτιζόταν από αμέτρητες πυγολαμπίδες...
΄Αρεσε και της άααλλης γιαγιούλας μου από το Ναύπλιο, εκεί στο "χτήμα". Πολύ αργότερα, σε κάποιο ταξίδι "αστραπή" με το Γλάρο μου, την είχαμε πάρει μαζί μας (1η φωτογραφία) .
΄Οταν ύστερα από χρόνια ξαναπεράσαμε... το χτήμα είχε ρημάξει...Την καμαρούλα την κατέφαγε αργά-αργά το σαράκι του χρόνου...
Το πηγάδι ήταν πνιγμένο στα βάτα και η πέτρα που ρίξαμε βόγγηξε από τη βίαιη και ανώμαλη πτώση. Το φουρναδιό γκρεμίστηκε.
Ο πλάτανος μαραζωμένος πλέον, στέκει ακόμη μοναχός, στη μέση μιας μεγάλης και χέρσας έκτασης, γιατί ούτε οι αμπελώνες υπάρχουν πλέον. Θέλουν ανθρώπους και χέρια, θέλουν φροντίδα και αγάπη για να προκόψουν ..."
(*) Η λέξη γράνα είναι σλαβικής προέλευσης, ενσωματώθηκε στην ελληνική γλώσσα στα μεσαιωνικά χρόνια, χρησιμοποιείται ιδιωματικά και σημαίνει υδραγωγός ή χαντάκι.
(**) Ο radio marconi έχει κάνε μια πολύ ενιαφέρουσα και εκτενή αναφορά
(Το εντός εισαγωγικών κείμενο αναδημοσίευση από ανάρτηση της 17/9/2007 "Καμαρούλα μια σταλιά")