Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010
Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010
Τέτοιες μέρες... τέτοια λόγια...
Θα σκεφτείς τώρα, τι βρήκα και θυμήθηκα...
Όμως δεν επρόκειτο μόνο για τη χαρά των παιδιών αλλά και των γονιών, που καμάρωναν τα βλαστάρια τους μέσα στον εορταστικό πανζουρλισμό.
Οι κυλιόμενες σκάλες ανεβοκατέβαζαν ασταμάτητα λαίμαργα ματάκια,
συνωμοτικά χαμογελάκια και λαμπερά προσωπάκια.
΄Ελαμπαν οι παιδικές ψυχούλες από την προσμονή του εορταστικού πανoράματος και των γονιών από ευχαρίστηση.
Τώρα που το ξανασκέφτομαι, μπορεί έτσι να το έβλεπα εγώ. ΄Oμως κοντά στα μικρά μου ξαναγινόμουν η τετράχρονη παιδούλα που ποτέ δεν ξεχνά κάποιον αγιο-Βασίλη, που τέτοιες μέρες καλή ώρα… τω καιρώ εκείνω… αναπαυόταν στο κρεββάτι του σε μια βιτρίνα (κοντά στου Στρογγυλού) στην Πλατεία Κλαυθμώνος. Δίπλα του μια κουνιστή πολυθρόνα όπου βρίσκονταν απλωμένη επάνω της η κόκκινη φορεσιά του και κάτω στο δάπεδο οι μαύρες του μπότες.
Τέτοιες μέρες δε γινόταν να μη νοσταλγήσω τις εποχές που με τραβολογούσαν τα δύο αρχικά, τρία αργότερα και φτάσαμε αισίως …στα πέντε, με ένα στόμα μια φωνή «Μαμά, πότε θα πάμε στο Mινιόν για τα δώρα μας»…
Κι’ εγώ βαράτε με κι’ ας κλαίω ήμουνα. Πολύ πριν από τα μικρά μου προετοίμαζα τη γλαρο-επιδρομή στο ιστορικό πολυκατάστημα. Tις λίστες για να καταθέσουμε στα ταμεία του τα χρηματικά δώρα από τον παππού και τη γιαγιά τους και να...παραλάβουμε Playmobil ( κάστρα, φρούρια και σπίτια)
Και μεταξύ μας, τα playmobil άρεσαν πολύ και σε μένα...
Μαζί τους στο πάτωμα κι εγώ να συναρμολογούμε κομμάτια...τι να λέμε τώρα...
τηλεκατευθυνόμενα, ράγες, βαγόνια, μηχανές και ...σιδηροδρομικούς σταθμούς,
τη Bibibo με τη προίκα της και τον …αγαπητικό της John-John...
Λιώνανε τα πόδια μου να τρέχουμε από όροφο σε όροφο, αν και το ζητούμενό τους ήταν ο όροφος με τα παιχνίδια και τον ευτραφή "άγιο", που στην αγκαλιά του απαθανατίζονταν χαρούμενα και παραμυθένια στιγμιότυπα.
Και ύστερα στον τελευταίο όροφο για φαγητό και λουκουμάδες. Από ένα δίσκο το καθένα τους και ανασηκώνοντας τα ποδαράκια τους στις μύτες των παπουτσιών τους, διάλεγαν με λαιμαργία...θαρρείς και τα είχα νηστικά... διάφορες λιχουδιές.
Αυτά συνέβαιναν τέτοιες μέρες στο λαμπερό και πολύχρωμο εορταστικό ΜΙΝΙΟΝ.

που εξελίχθηκε σε κολοσσό όπου απασχολούνταν πολλοί εργαζόμενοι και το οποίο
καθιέρωσε καινοτομίες που ακολούθησαν και άλλα πολυκαταστήματα:
1) Καθιέρωσε τις ετήσιες εκπτώσεις.
2) Κατάργησε τα παζάρια, που ίσχυαν μέχρι τότε, και όρισε συγκεκριμένες τιμές.
3) Έβαλε στα κτίριά του κυλιόμενες σκάλες.
4) Καθιέρωσε τη λίστα αγορών και τη λίστα γάμου.
5) Λειτούργησε εστιατόριο καφετέρια-μπαρ.
6) Καθιέρωσε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στους χώρους του.
2) Κατάργησε τα παζάρια, που ίσχυαν μέχρι τότε, και όρισε συγκεκριμένες τιμές.
3) Έβαλε στα κτίριά του κυλιόμενες σκάλες.
4) Καθιέρωσε τη λίστα αγορών και τη λίστα γάμου.
5) Λειτούργησε εστιατόριο καφετέρια-μπαρ.
6) Καθιέρωσε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στους χώρους του.
Με αφορμή λοιπόν τούτες τις αναμνήσεις, που με έζωσαν χρονιάρες μέρες, αναζήτησα στο Γκούγκλη πληροφορίες για το Μινιόν και μαθαίνω πως σύντομα ανακαινίζεται και θα επαναλειτουργήσει.
΄Ητανε λέει να παραδοθεί την Άνοιξη του 2011
αλλά με την οικονομική κρίση ...φρενάρησαν
Πληροφορήθηκα και όλo το βιογραφικό του τότε και αυτοδημιούργητου ιδιοκτήτη του Γιάννη Γεωργακά, ο οποίος
«…έφυγε το 2002 στα 90 του. Αλλά αν το Μινιόν ανοίξει ξανά, δεν μπορεί, θα είναι κάπου εκεί…»
http://www.inout.gr/archive/index.php/t-32891.html
Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010
e-υχές
Η χριστουγεννιάτικη κάρτα έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή της στην Αγγλία. Η πρώτη χριστουγεννιάτικη κάρτα σχεδιάστηκε το 1843 στο Torquay , μια μικρή πόλη στη νοτιοδυτική κομητεία του Ντέβον. Ο πολυάσχολος Sir Henry Cole που εργαζόταν σε δημόσια υπηρεσία, προβλέποντας ότι δεν θα είχε χρόνο να ευχηθεί αυτοπροσώπως σε συγγενείς και φίλους, ζήτησε από τον καλλιτέχνη John Callcott Horsley, ζωγράφο και μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας, να του σχεδιάσει μια κάρτα με ένα συγκεκριμένο μήνυμα, προκειμένου να στείλει τις ευχές του στα αγαπημένα του πρόσωπα. Με αυτό τον τρόπο γεννήθηκε η πρώτη χριστουγεννιάτικη κάρτα. Λιθογραφήθηκε και ζωγραφίστηκε σε χοντρό χαρτόνι, 5 1/8 επί 3 1/4 ίντσες, σε σκούρα σέπια και ζωγραφίστηκε με το χέρι.
Το κέντρο της κάρτας έδειχνε ένα οικογενειακό πάρτι σε εξέλιξη, κάτω από το οποίο υπήρχε το μήνυμα - «A Merry Christmas and a Happy New Year To You».
Στη μία πλευρά υπάρχει μία σκηνή που ταΐζουν κάποιον πεινασμένο και στην άλλη μία σκηνή που ντύνουν τους φτωχούς.
Είχε, όμως, τόσο μεγάλη επιτυχία, που 1.000 κάρτες τυπώθηκαν εκείνη τη χρονιά και έτσι ξεκίνησε η εμπορική παραγωγή ευχετήριων καρτών.
Η καθεμιά κάρτα κόστιζε ένα σελίνι. Σήμερα οι πρώτες αυτές κάρτες είναι πολύ σπάνιες. Το Δεκέμβριο του 2005 μία τέτοια κάρτα πουλήθηκε αντί του ποσού των 8.500 λιρών Αγγλίας.
Δυσμενή σχόλια...
Η πρώτη χριστουγεννιάτικη κάρτα σχολιάστηκε δυσμενώς από τους Άγγλους Πουριτανούς και από διάφορες οργανώσεις αντιαλκοολικών. Η εικόνα μιας οικογένειας, που υψώνει ένα ποτήρι κρασί για να γιορτάσει τα Χριστούγεννα, τους σόκαρε.
Η γενική εντύπωση, όμως, ήταν θετική και η κάρτα είχε επιτυχία.
Έτσι γεννήθηκε ένας τελείως καινούριος κλάδος στη βιομηχανία αλλά και ένα νέο έθιμο, που σύντομα πέρασε τον Ατλαντικό και έφτασε στις Η.Π.Α.
Από την Ευρώπη στο νέο κόσμο
Στη δεκαετία 1840-1850 οι κάρτες τυπώνονταν στην Ευρώπη και εισάγονταν στην Αμερική. Στα 1850, ο λιθογράφος R.H.Pease, ιδιοκτήτης και ενός καταστήματος ρούχων στο Albany της Νέας Υόρκης, τύπωσε την πρώτη χριστουγεννιάτικη κάρτα στις Η.Π.Α., στην οποία έγραψε το μήνυμα «Χριστουγεννιάτικες ευχές από το μεγάλο κατάστημα του Pease, το ναό της μόδας».
Η κάρτα παρουσιάζει μία οικογένεια να ανοίγει τα δώρα της γύρω από το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Σήμερα υπάρχει ένα μοναδικό αντίτυπο της κάρτας αυτής.
Το εικονογραφημένο ταχυδρομικό δελτάριο (καρτ-ποστάλ) εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και αντικατέστησε γρήγορα τις παλαιότερες χριστουγεννιάτικες κάρτες, που συνοδεύονταν πάντα από το δικό τους φάκελο.
Από τότε έως σήμερα, η εμφάνιση της χριστουγεννιάτικης κάρτας άλλαξε πολλές φορές.
Στη δεκαετία του 1920 ο φάκελος επανήλθε στη μόδα, στα 1960 εμφανίστηκε η χριστουγεννιάτικη “studio card” με χαρακτηριστικό αδρό σχέδιο και κείμενο πολλές φορές δηκτικό, ενώ κατά τη δεκαετία του 1970 το κοινό προτίμησε κάρτες πιο καλλιτεχνικές, που συχνά περιλάμβαναν μακρά ποιήματα.
(Πηγή: http://www.sigmalive.com/simerini/news/social/224008)
Οι δικές μου e-υχές
για Ο,ΤΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΑΘΕΝΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ κaι ΕΛΠΙΖΕΙ με προτεραιότητα την YΓΕΙΑ!!!
ΕΥΧΟΜΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ
ΥΓΕΙΑ, ΑΓΑΠΗ, ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ,
ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ και ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΓΑΛΗΝΗ
και σε πείσμα των δύσκολων καιρών,
ας διατηρήσουμε την ανθρωπιά και το χαμόγελό μας
Ετικέτες
ευχές,
Χριστούγεννα
Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010
Δεν ήτο μία…
Μεταξὺ τῶν πολλῶν δημωδῶν τύπων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν οἱμέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπῆ κατέχει θέσιν ἡ κακὴ πενθερά, ὡς καὶ ἡ κακὴ μητρυιά. Περὶ μητρυιᾶς ἄλλωστε θὰ ἀποπειραθῶ νὰ διαλάβω τινά, πρὸς ἐποικοδόμησιν τῶν ἀναγνωστῶν μου. Περὶ μιᾶς κακῆς πενθερᾶς σήμερον ὁ λόγος.
Εἰς τί ἔπταιεν ἡ ἀτυχὴς νέα Διαλεχτή, οὕτως ὠνομάζετο, θυγάτηρ τοῦ Κασσανδρέως
μπάρμπα Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου; Εἰς τί ἔπταιεν ἂν ἦτο στείρα καὶ ἄτεκνος; Εἶχε νυμφευθῆ πρὸ ἑπταετίας, ἔκτοτε δὶς μετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, πεντάκις τῆς ἔδωκαν νὰ πίη διάφορα τελεσιουργὰ βότανα, εἰς μάτην, ἡ γῆ ἔμενεν ἄγονος. Δυὸ ἢ τρεῖς γύφτισσαι τῆς ἔδωκαν νὰ φορέση περίαπτα θαυματουργὰ περὶ τὰς μασχάλας, εἰπούσαι αὐτῇ, ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ μόνον μέσον, ὅπως γεννήσῃ, καὶ μάλιστα υἱόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπῶν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. Τὰ πάντα μάταια.
Ἐπὶ τέλους μὲ τὴν ἀπελπισίαν ᾖλθε καὶ ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως, καὶ δὲν ἐνόμιζεν ἐαυτὴν ἔνοχον. Τὸ αὐτὸ ὅμως δὲν ἐφρόνει καὶ ἡ γραῖα Καντάκαινα, ἡ
πενθερά της, ἥτις ἐπέρριπτεν εἰς τὴν νύμφην αὐτῆς τὸ σφάλμα τῆς μὴ ἀποκτήσεως ἐγγόνου διὰ τὸ γῆρας της.
Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ σύζυγος τῆς Διαλεχτῆς ἦτο τὸ μόνον τέκνον τῆς γραίας ταύτης, καὶ οὖτος δὲ συνεμερίζετο τὴν πρόληψιν τῆς μητρός του ἐναντίον τῆς συμβίας αὐτοῦ.
Ἂν δὲν τῷ ἐγέννᾳ ἡ σύζυγός του, ἡ γενεὰ ἐχάνετο. Περίεργον, δέ, ὅτι πᾶς Ἕλλην τῆς ἐποχῆς μας ἱερώτατον θεωρεῖ χρέος καὶ ὑπερτάτην ἀνάγκην τὴν διαιώνισιν τοῦ γένους του.
Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς
προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲνἔλεγε τὰ ἐλαττώματά της, ἀλλὰ τὰ αὐγάτιζε, δὲν ἦτο μόνο «μαρμάρα», τουτέστι στείρα ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾿ ἦτο ἄπαστρη, ἀπασσάλωτη, ξετσίπωτη κλπ.Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη».
*
* *
* *
Ὁ καπετὰν Καντάκης, φλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τὰ ἤκουεν ὅλα αὐτά, ἡ
φαντασία του ἐφούσκωνεν, ἐξερχόμενος εἶτα συνήντα τοὺς συναδέλφους του ναυτικούς, ἤρχιζαν τὰ καλῶς ὤρισες, καλῶς σᾶς ηὕρα, ἔπινεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ρώμια, καὶ μὲ τριπλῆν σκοτοδίνην, τὴν ἐκ τῆς θαλάσσης, τὴν ἐκ τῆς γυναικείας διαβολῆς καὶτὴν ἐκ τῶν ποτῶν, εἰσήρχετο οἴκαδε καὶ βάρβαροι σκηναὶ συνέβαινον τότε μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του.
Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186...Ὁ καπετὰν Καντάκης πρὸ πέντε ἡμερῶν εἶχε πλεύσει μὲ τὴν βρατσέραν του εἰς τὴν ἀπέναντι νῆσον μὲ φορτίον ἀμνῶν καὶ ἐρίφων, καὶ ἤλπιζεν, ὅτι θὰ ἑώρταζε τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀλλὰ τὸν λογαριασμὸν τὸν ἔκαμνεν ἄνευ τοῦ ξενοδόχου, δηλ. ἄνευ τοῦ Βορρᾶ, ὅστις ἐφύσησεν αἰφνιδίως ἄγριος καὶ ἔκλεισαν ὅλα τὰ πλοῖα εἰς τοὺς ὅρμους, ὅπου εὑρέθησαν. Εἴπομεν ὅμως, ὅτι ὁ καπετὰν Καντάκης ἦτο τολμηρὸς περὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν. Περὶ τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων ὁ ἄνεμος ἐμετριάσθη ὀλίγον, ἀλλ᾿ οὐχ ἧττον ἐξηκολούθει νὰ πνέῃ. Τὸ μεσονύκτιον πάλιν ἐδυνάμωσε.
Τινὲς ναυτικοὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐστοιχημάτιζον, ὅτι, ἀφοῦ κατέπεσεν ὁ Βορρᾶς, ὁκαπετὰν Καντάκης θὰ ἔφθανε περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ἡ σύζυγός του ὅμως δὲν ἦτο ἐκεῖνὰ τοὺς ἀκούση καὶ δὲν τὸν ἐπερίμενεν. Αὕτη ἐδέχθη μόνο περὶ τὴν ἑσπέραν τὴν ἐπίσκεψιν τῆς πενθερᾶς της, ἀσυνήθως φιλόφρονος καὶ μηδιώσης, ἥτις τῇ εὐχήθῃ τὸ ἀπαραίτητον «καλὸ δέξιμο», καὶ διὰ χιλιοστὴν φορὰ τὸ στερεότυπον «μ᾿ ἕναν καλὸ γυιό».
Καὶ οὐ μόνον, τοῦτο, ἀλλὰ τῇ προσέφερε καὶ ἓν χριστόψωμον.

(Το …άνευ δηλητηρίου Χριστόψωμο έργο των χειρών μου)
- Τὸ ζύμωσα μοναχή μου, εἶπεν ἡ θειὰ Καντάκαινα, μὲ γειὰ νὰ τὸ φᾶς.
- Θὰ τὸ φυλάξω ὡς τὰ Φῶτα, διὰ ν᾿ ἁγιασθῇ, παρετήρησεν ἡ νύμφη.
- Ὄχι, ὄχι, εἶπε μετ᾿ ἀλλοκότου σπουδῆς ἡ γραῖα, τὸ δικό της φυλάει ἡ κάθε μιὰνοικοκυρὰ διὰ τὰ Φῶτα, τὸ πεσκέσι τρώγεται.
- Καλά, ἀπήντησεν ἠρέμα ἡ Διαλεχτή, τοῦ λόγου σου ξέρεις καλλίτερα.
Ἡ Διαλεχτὴ ἦτο ἀγαθωτάτης ψυχῆς νέα, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ἢ νὰ ὑποπτεύσῃ κακό τι.
«Πῶς τὤπαθε ἡ πεθερά μου καὶ μοῦ ἔφερε χριστόψωμο», εἶπε μόνον καθ᾿ ἐαυτήν, καὶ ἀφοῦ ἀπῆλθεν ἡ γραῖα ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της καὶ ἐκοιμήθη μετὰ τίνος δεκαετοῦς παιδίσκης γειτονοπούλας, ἥτις τῇ ἔκανε συντροφίαν, ὁσάκις ἔλειπεν ὁ σύζυγός της. Ἡ Διαλεχτὴ ἐκοιμήθη πολὺ ἐνωρίς, διότι σκοπὸν εἶχε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ὁ ναὸς δὲ τοῦ Ἁγίου Νικολάου μόλις ἀπεῖχε πεντήκοντα βήματα ἀπὸ τῆς οἰκίας της.
Περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐσήμαναν παρατεταμένως οἱ κώδωνες. Ἡ Διαλεχτὴ ἠγέρθη, ἐνεδύθη καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ παρακοιμωμένη αὐτὴ κόρη ἦτο συμπεφωνημένον, ὅτι μόνον μέχρι οὗ σημάνη ὁ ὄρθρος θὰ ἔμενε μετ᾿ αὐτῆς, ὅθεν ἀφυπνίσασα αὐτὴν τὴν ὡδήγησε πλησίον τῶν ἀδελφῶν της. Αἱ δυὸ οἰκίαι ἐχωρίζοντο διὰ τοίχου κοινοῦ.
Ἡ Διαλεχτὴ ἀνῆλθεν εἰς τὸν γυναικωνίτην τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ μόλις παρῆλθεν ἠμίσεια ὥρα καὶ γυνή τις πτωχὴ καὶ χωλὴ δυστυχής, ἥτις ὑπηρέτει ὡς νεωκόρος τῆς ἐκκλησίας, ἐλθοῦσα τῇ λέγει εἰς τὸ οὖς.
- Δόσε μου τὸ κλειδί, ἦλθε ὁ ἄντρας σου.
- Ὁ ἄντρας μου! ἀνεφώνησεν ἡ Διαλεχτὴ ἔκπληκτος.
Καὶ ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸ κλειδὶ ἔσπευσε νὰ καταβῇ ἡ ἰδία.
Ἐλθοῦσα εἰς τὴν κλίμακα τῆς οἰκίας, βλέπει τὸν σύζυγόν της κατάβρεκτον,ἀποστάζοντα ὕδωρ καὶ ἀφρόν.
- Εἶμαι μισοπνιγμένος, εἶπε μορμυρίζων οὗτος, ἀλλὰ δὲν εἶναι τίποτε. Ἀντὶ νὰ τὸ ρίξωμε ἔξω, τὸ καθίσαμε στὰ ρηχά.
- Πέσατε ἔξω; ἀνέκραξεν ἡ Διαλεχτή.
- Ὄχι, δὲν εἶναι σοῦ λέω τίποτε. Ἡ βρατσέρα εἶναι σίγουρη, μὲ δυὸ ἄγκουρες ἀραγμένη καὶ καθισμένη.
- Θέλεις ν᾿ ἀνάψω φωτιά;
- Ἄναψε καὶ δόσε μου ν᾿ ἀλλάξω.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγε ἐκ τοῦ κιβωτίου ἐνδύματα διὰ τὸν σύζυγόν της καὶ ἤναψε πῦρ.
- Θέλεις κανένα ζεστό;
- Δὲν μ᾿ ὠφελεῖ ἐμένα τὸ ζεστό, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Κρασὶ νὰ βγάλῃς.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ βαρελίου οἶνον.
- Πῶς δὲν ἐφρόντισες νὰ μαγειρεύσῃς τίποτε; εἶπε γογγύζων ὁ ναυτικός.
- Δὲν σ᾿ ἐπερίμενα ἀπόψε, ἀπήντησε μετὰ ταπεινότητος ἡ Διαλεχτή. Κρέας ἐπῆρα. Θέλεις νὰ σοῦ ψήσω πριζόλα;
- Βάλε, στὰ κάρβουνα, καὶ πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Θὰ ἔλθω κι ἐγὼ σὲ λίγο.
Ἡ Διαλεχτὴ ἔθεσε τὸ κρέας ἐπὶ τῆς ἀνθρακιᾶς, ἥτις ἐσχηματίσθη ἤδη, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ συζύγου της, ἥτις ἦτο καὶ ἰδική της ἐπιθυμία, διότι ἤθελε νὰ κοινωνήσῃ. Σημειωτέον ὅτι τὴν φράσιν «πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου» ἔβαψεν ὁ Καντάκης διὰ στρυφνῆς χροιᾶς.
- Ἡ μάννα μου δὲ θὰ τὤμαθε βέβαια ὅτι ᾖλθα, παρετήρησεν αὖθις ὁ Καντάκης.
- Ἐκείνη εἶναι στὴν ἐνορία της, ἀπήντησεν ἡ Διαλεχτή. Θέλεις νὰ τῆς παραγγείλω;
- Παράγγειλέ της νὰ ἔλθῃ τὸ πρωί.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐξῆλθεν. Ὁ Καντάκης τὴν ἀνεκάλεσεν αἴφνης.
- Μὰ τώρα εἶναι τρόπος νὰ πᾶς ἐσὺ στὴν ἐκκλησιά, καὶ νὰ μὲ ἀφήσεις μόνον;
- Νὰ μεταλάβω κι ἔρχομαι, ἀπήντησεν ἡ γυνή.
Ὁ Καντάκης δὲν ἐτόλμησε ν᾿ ἀντείπῃ τι, διότι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο βλασφημία. Οὐχ ἧττον ὅμως τὴν βλασφημίαν ἐνδιαθέτως τὴν ἐπρόφερεν.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐφρόντισε νὰ στείλη ἀγγελιοφόρον πρὸς τὴν πενθεράν της, ἕνα δωδεκαετῆ παῖδα τῆς αὐτῆς ἐκείνης γειτονικῆς οἰκογενείας, ἧς ἡ θυγάτηρ ἐκοιμήθη ἀφ᾿ ἑσπέρας πλησίον της, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν.
Ὁ Καντάκης, ὅστις ἐπείνα τρομερά, ἤρχισε νὰ καταβροχθίζῃ τὴν πριζόλαν. Καθήμενος ὀκλαδὸν παρὰ τὴν ἑστίαν, ἐβαρύνετο νὰ σηκωθῆ καὶ ν᾿ ἀνοίξη τὸ ἑρμάρι διὰ νὰ λάβη ἄρτον, ἀλλ᾿ ἀριστερόθεν αὐτοῦ ὑπεράνω τῆς ἑστίας ἐπὶ μικροῦ σανιδώματος εὑρίσκετο τὸ Χριστόψωμον ἐκεῖνο, τὸ δῶρον τῆς μητρός του πρὸς τὴν νύμφην αὐτῆς. Τὸ ἔφθασε καὶ τὸ ἔφαγεν ὁλόκληρον σχεδὸν μετὰ τοῦ ὀπτοῦ κρέατος.
* * *
Περὶ τὴν αὐγήν, ἡ Διαλεχτὴ ἐπέστρεψεν ἐκ τοῦ ναοῦ, ἀλλ᾿ εὗρε τὴν πενθεράν της περιβάλλουσαν διὰ τῆς ὠλένης τὸ μέτωπον τοῦ υἱοῦ αὐτῆς καὶ γοερῶς θρηνοῦσαν.
Ἐλθοῦσα αὕτη πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸν εὗρε κοκκαλωμένον καὶ ἄπνουν. Ἐπάρασα τοὺς ὀφθαλμούς, παρετήρησε τὴν ἀπουσίαν τοῦ Χριστοψώμου ἀπὸ τοῦ σανιδώματος τῆς ἑστίας, καὶ ἀμέσως ἐνόησε τὰ πάντα. Ὁ Καντάκης ἔφαγε τὸ φαρμακωμένο χριστόψωμο, τὸ ὁποῖον ἡ γραῖα στρίγλα εἶχε παρασκευάσει διὰ τὴν νύμφην της.
Ἰατροὶ ἐπιστήμονες δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ μικρᾷ νήσῳ· οὐδεμία νεκροψία ἐνεργήθη. Ἐνομίσθη, ὅτι ὁ θάνατος προῆλθεν ἐκ παγώματος συνεπείᾳ τοῦ ναυαγίου. Μόνη ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤξευρε τὸ αἴτιον τοῦ θανάτου. Σημειωτέον, ὅτι ἡ γραῖα, συναισθανθεῖσα καὶ αὐτὴ τὸ ἔγκλημά της, δὲν ἐμέμφθη τὴν νύμφην της. Ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν ὑπερήσπισε κατὰ τῆς κακολογίας ἄλλων.
Ἐὰν ἔζησε καὶ ἄλλα κατόπιν Χριστούγεννα, ἡ ἄστοργος πενθερὰ καὶ ἀκουσία παιδοκτόνος, δὲ θὰ ἦτο πολὺ εὐτυχὴς εἰς τὸ γῆρας της.
(Ἐφ. «Ἐφημερίς», 26 τοῦ Δεκέμβρη 1887).
Επιλογή από: «Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα»
«Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι, κατά τον Άγρα, “η τελευταία άνθηση της καθαρεύουσας στα ελληνικά γράμματα”. Θησαυρισμένη από “απανωτά στρώματα παιδείας” (κατά τον Ελύτη) —τον Όμηρο και τους αρχαίους συγγραφείς, τα Ιερά Γράμματα, τους Πατέρες και τους υμνογράφους της Εκκλησίας, το δημοτικό τραγούδι— και δοκιμασμένη στη μετάφραση Ευρωπαίων κλασικών, του δίνει τη δυνατότητα να ακριβολογεί και να κυριολεκτεί, γιατί πολύ απεχθανόταν “χυδαίαν ακυριολεξίαν γυναίων τινών του αθηναϊκού όχλου”. Ο λεξιλογικός του πλούτος του επιτρέπει να επιλέγει κάθε φορά την καταλληλότερη λέξη. [...] Την ακριβολογία του επίσης εξυπηρετεί, και μαζί μ’ αυτήν και την αληθοφάνεια και την πειστικότητα των ιστοριών του, και η βαθιά γνώση του φυσικού λαϊκού προφορικού λόγου, όπως φανερώνεται στην αποτύπωση των διαλόγων, τη σχεδόν φωνογραφική, με τον επιτονισμό, τις παύσεις και τους δισταγμούς τους [...], στην υιοθέτηση της “οικείας φράσης” των αφηγητών [...], στη χρήση σκιαθίτικων ιδιωματισμών [...], στη φυσική, τέλος, ενσωμάτωση της ιδιολέκτου της εργασίας».
(Πολίτου-Μαρμαρινού Ελ., 1997, «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές ως τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, Αθήνα: Σοκόλης, τόμος ΣΤ΄, σελ. 135-136)
Ετικέτες
Παπαδιαμάντης,
Χριστούγεννα,
χριστόψωμο
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)















